ευάντυξ

εὐάντυξ (-υγος), ὁ, ἡ (ΑΜ)
μσν.
(για οικοδόμημα) αυτός που έχει ωραίο θόλο
αρχ.
(για τροχούς άρματος) αυτός που έχει καλήν άντυγα, καλόν άξονα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + άντυξ, -γος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐάντυγα — εὐάντυξ with beautiful rail masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευάξων — εὐάξων, ὁ, ἡ (Μ) [άξων] (για άμαξα ή άλλο τροχοφόρο) αυτός που έχει καλούς, ωραίους άξονες, ο ευάντυξ* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.